Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Γαϊτανάκι









Το γαϊτανάκι είναι ένα από τα λίγα έθιμα που διατηρούνται αυτούσια στις μέρες μας.
Το γαϊτανάκι ήρθε στην Ελλάδα από τον Πόντο και την Μικρά Ασία. Οι πρόσφυγες που ήρθαν στην Ελλάδα μετά τον διωγμό που βίωσαν, έφεραν μαζί τους και τα έθιμά τους, κληρονομιά των προγόνων τους. Η λέξη γαϊτανάκι είναι υποκοριστικό της μεσαιωνικής λέξης γαϊτάνιν που σημαίνει το μεταξωτό κορδόνι και προέρχεται από την ελληνιστική λέξη γαϊτάνη. Σύμφωνα με την ετυμολογία της λέξης, προέρχεται από την κέλτικη πόλη Γαέτα, όπου παρήγαγαν κορδέλες.
Το γαϊτανάκι χρειάζεται δεκατρείς χορευτές. Ό ένας κρατάει τον μεσαίο στύλο και οι άλλη κρατούν δώδεκα κορδέλες, κάθε μια σε διαφορετικό χρωματισμό. Οι χορευτές σχηματίζουν έξι ζευγάρια και χορεύουν αντικριστά, περνώντας μία φορά από κάτω από τον συν-χορευτή τους και μια από πάνω. Τραγουδώντας ένα παραδοσιακό τραγούδι, οι κορδέλες μπλέκονται και σχηματίζουν ένα ωραίο σχέδιο. Αφού έρθουν όλοι πολύ κοντά, τότε αρχίζουν και χορεύουν από την αντίθετη φορά, το γαϊτανάκι ξεμπλέκεται και ο χορός τελειώνει.
Τι συμβολίζει όμως το γαϊτανάκι; Σε πολλές κοινωνίες, κυρίως αγροτικές, συμβολίζει την ομόνοια και την συναδέλφωση. Ο κυκλικός χορός κατά περίπτωση, υποδηλώνει τον κύκλο της ζωής, από την ζωή στον θάνατο, από την λύπη στην χαρά και από τον χειμώνα στην άνοιξη.

Καλή Σαρακοστή

Τσικνοπέμπτη στο σχολείο μας



 Με επιτυχία γιορτάσαμε και φέτος την Τσικνοπέμπτη με γέλια χαρές, χορούς και πολλά σουβλάκια!

Ευχαριστούμε τον Σύλλογο Γονέων του 9ου Δημοτικού Σχολείου για τα σουβλάκια που προσέφερε! 
Και του χρόνου με υγεία!



Το έθιμο της Τσικνοπέμπτης



Οι άνθρωποι προετοιμάζονται για τη μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής και καταναλώνουν ελεύθερα μεγάλες ποσότητες κρέατος. Ο λόγος που έχει καθιερωθεί να γίνεται αυτό ημέρα Πέμπτη συνδέεται με την ορθόδοξη πίστη. Καθώς οι νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής είναι σημαντικές, επιλέχτηκε τελικά η ενδιάμεση ημέρα.

Το όνομα «Τσικνοπέμπτη» προέκυψε γιατί την ημέρα αυτή το δείπνο αποτελείται από κρέας ψημένο στα κάρβουνα, το οποίο πρέπει να έχει πάντα λίγο λίπος, ώστε κατά το ψήσιμο να βγάλει την απαραίτητη «τσίκνα».
Η προέλευση αυτού του παράξενου εθίμου χάνεται στα βάθη του χρόνου, ωστόσο φαίνεται να συνδέεται με τις βακχικές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, που θεωρούσαν το φαγοπότι και το γλέντι ιεροτελεστία για την καλή ευφορία της γης την άνοιξη. Στις εκδηλώσεις αυτές γιόρταζαν τον θεό Διόνυσο με βρώση κρέατος, οινοποσία και μασκαρέματα.
Επίσης η Τσικνοπέμπτη αποτελεί, ουσιαστικά, την απαρχή των εκδηλώσεων για την Αποκριά, αφού την επόμενη εβδομάδα ακολουθούν το Καρναβάλι και η Καθαρά Δευτέρα.

Παλαιότερα, στην ελληνική επαρχία οι άνθρωποι μοίραζαν πιατέλες με το τσικνισμένο κρέας σε όλη τη γειτονιά για να στείλουν τη μυρωδιά του ψητού σε κάθε άκρη του χωριού. Μαζί με την Τσικνοπέμπτη έχει καθιερωθεί πλέον και η ειδωλολατρική παράδοση του μασκαρέματος που υποτίθεται ότι διώχνει τα κακά πνεύματα του χειμώνα και βοηθάει έτσι στην εξασφάλιση μιας επιτυχημένης σοδειάς.
Στις μέρες «τιμάται» είτε σε ταβέρνες, είτε στο σπίτι, είτε ακόμα και σε
δρόμους και πεζοδρόμια με κρεοφαγία, ψητά και πολλή τσίκνα!
Το φαγοπότι και το γλέντι είναι εκ των ων ουκ άνευ και θεωρείται ότι ουσιαστικά δίνεται η έναρξη για τις εορταστικές εκδηλώσεις της Αποκριάς που κορυφώνονται την Καθαρά Δευτέρα.

Κάθε τόπος έχει και ιδιαίτερα έθιμα συνδεμένα με την ημέρα.

Στην Κομοτηνή, οι νοικοκυρές σχεδόν καίνε μια κότα, για να τη φάει η οικογένεια την Κυριακή της Αποκριάς. Η παράδοση αναφέρει, επίσης, ότι την Τσικνοπέμπτη τα αρραβωνιασμένα ζευγάρια πρέπει να ανταλλάξουν φαγώσιμα δώρα. Ο άντρας πρέπει να στείλει τον «κούρκο», δηλαδή μία κότα, και η γυναίκα μπακλαβά και μια κότα γεμιστή.

Στην Κέρκυρα, γίνονται τα
 «Πετεγολέτσια» ή «Κουτσομπολιά». Οι γυναίκες της παλιάς πόλης βγαίνουν στα παράθυρα των καντουνιών και κουτσομπολεύουν, μιλώντας την παραδοσιακή κερκυραϊκή διάλεκτο.

Στην Πάτρα, κάθε χρόνο αναβιώνει η «Κουλουρού». Σύμφωνα με το έθιμο, η «Γιαννούλα η Κουλουρού» νομίζει ότι ο ναύαρχος Ουίλσoν είναι ερωτευμένος μαζί της και θα της κάνει πρόταση γάμου. Έτσι, ντύνεται νύφη και πηγαίνει στο λιμάνι να προϋπαντήσει τον καλό της, σκορπώντας το γέλιο στους Πατρινούς.

Στις Σέρρες, οι κάτοικοι ψήνουν το κρέας στους δρόμους και στη συνέχεια ανάβουν μεγάλες φωτιές και πηδούν από πάνω τους. Αμέσως μετά ακολουθεί «το προξενιό» μεταξύ των ελεύθερων της κάθε γειτονιάς.

Στο Ηράκλειο, μικροί και μεγάλοι περιδιαβαίνουν μεταμφιεσμένοι στους δρόμους και στις πλατείες της πόλης, τραγουδώντας και χορεύοντας.

Στη Θήβα, αρχίζει ο «βλάχικος γάμος», που ξεκινά με το προξενιό δύο νέων, συνεχίζει με τον γάμο και τελειώνει την Καθαρά Δευτέρα με την πορεία των προικιών της νύφης και το γλέντι των συμπεθέρων.

Στην Ιο, το βράδυ της Τσικνοπέμπτης μασκαράδες ζωσμένοι με κουδούνια προβάτων διασχίζουν τη Χώρα και επισκέπτονται σπίτια και καταστήματα.

Στον Πόρο, η παράδοση επιβάλλει στους νέους να κλέψουν ένα... μακαρόνι, το οποίο θα βάλουν κάτω από το μαξιλάρι τους για να δουν ποια θα παντρευτούν.

Σε όλη την Πελοπόννησο σφάζουν χοιρινά από τα οποία φτιάχνουν διάφορα άλλα τρόφιμα, μεταξύ των οποίων πηχτή, τσιγαρίδες, λουκάνικα, γουρναλοιφή και παστό.